χάλκη

χάλκη
Μεγαλοπρεπής οικοδομή η οποία ανεγέρθηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Αποτελούσε τα προπύλαια και την επίσημη είσοδο των βασιλικών ανακτόρων της Κωνσταντινούπολης, στη βορειοανατολική πλευρά του περιβόλου των ανακτόρων προς την πλατεία του Αυγουσταίου. Η στέγη της καλυπτόταν από χάλκινες επιχρυσωμένες πλάκες και η κύρια πύλη ήταν επίσης ολόκληρη χάλκινη. Η οικοδομή αποτεφρώθηκε κατά τη μεγάλη πυρκαγιά της Στάσης του Νίκα (532) και ανοικοδομήθηκε πολυτελέστερη από τον Ιουστινιανό A’. Η νέα X. ήταν ευρύτατο οικοδόμημα τετράγωνο που στο μέσον του υψωνόταν μεγαλοπρεπής τρούλος που στέγαζε κεντρική μεγάλη αίθουσα που το δάπεδό της ήταν στρωμένο με μάρμαρα. Οι τοίχοι καλύπτονταν στο κατώτερο μέρος τους με πολύχρωμα μάρμαρα και στο ανώτερο με ψηφιδωτά που εικόνιζαν τους νικηφόρους πολέμους επί Ιουστινιανού A’, τις πόλεις της Λιβύης και της Ιταλίας που είχαν κατακτηθεί, τον Ιουστινιανό, τον Βελισσάριο που επανερχόταν με τον στρατό του και προσέφερε στον αυτοκράτορα την πλούσια λεία και τους αιχμάλωτους ηγεμόνες. Επίσης η οικοδομή διακοσμήθηκε με πολλά γλυπτά αριστουργήματα από αρχαίους ελληνικούς ναούς. Η οικοδομή χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως στρατώνας της βασιλικής φρουράς. Κατά τον 9o αι. π.X. ανακαινίστηκε από τον αυτοκράτορα Βασίλειο A’. Σε αυτήν εισέρχονταν από την πλατεία του Αυγουσταίου από μια μεγάλη εξωτερική πύλη, στην οποία υπήρχε κιγκλίδωμα και μετά από αυτό η περίφημη χάλκινη πύλη, που οδηγούσε στη μεγάλη αίθουσα και από εκεί, αφού περνούσαν τους βασιλικούς στρατώνες, έμπαιναν στον περίβολο των βασιλικών ανακτόρων.
* * *
ἡ, Α
βλ. κάλχη.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • Χάλκη — Sp Chálkė Ap Χάλκη/Chalki L s. ir g tė P. Sporadų ss., mst. C Graikijoje …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • χαλκή — Μεγαλοπρεπής οικοδομή η οποία ανεγέρθηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Αποτελούσε τα προπύλαια και την επίσημη είσοδο των βασιλικών ανακτόρων της Κωνσταντινούπολης, στη βορειοανατολική πλευρά του περιβόλου των ανακτόρων προς την πλατεία του… …   Dictionary of Greek

  • χαλκῆ — χάλκεος of copper neut nom/voc/acc pl (attic epic) χάλκεος of copper fem nom/voc sg (attic epic) χαλκεύς coppersmith neut acc pl (epic) χαλκεύς coppersmith masc nom/voc/acc dual χαλκεύς coppersmith masc acc sg χαλκεύς coppersmith neut nom pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλκῇ — χάλκεος of copper fem dat sg (attic epic) χαλκῆι , χαλκεύς coppersmith masc dat sg (epic ionic) χαλκοῦς of copper fem dat sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλκῆι — χαλκῇ , χάλκεος of copper fem dat sg (attic epic) χαλκεύς coppersmith masc dat sg (epic ionic) χαλκῇ , χαλκοῦς of copper fem dat sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διάκος, Αλέξανδρος — (Χάλκη 1911 – 1940). Υπολοχαγός του στρατού. Υπήρξε ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που σκοτώθηκε στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, ύστερα από τρεις ανακαταλήψεις ενός οχυρού (1 Νοεμβρίου 1940). Ο ανδριάντας του, έργο του γλύπτη Κ. Βαλσάμη, έχει στηθεί… …   Dictionary of Greek

  • Κρεμαστινός, Δημήτριος — (Χάλκη Δωδεκανήσου 1942 –). Γιατρός, πανεπιστημιακός και πολιτικός. Το 1968 ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, οπότε μετέβη στο πανεπιστήμιο του Χάμερσμιθ στην Αγγλία και πραγματοποίησε μεταπτυχιακό κύκλο… …   Dictionary of Greek

  • Μάνος, Δημήτριος — (Χάλκη Πριγκιποννήσων Κωνσταντινούπολης 1914 –). Εκπαιδευτικός και λογοτέχνης. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή Χάλκης και στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δίδαξε επί μία εικοσαετία (1935 55) σε ανώτερα σχολεία της Κωνσταντινούπολης… …   Dictionary of Greek

  • Δωδεκάνησα — Νησιωτικό σύμπλεγμα και νομός (2.663 τ. χλμ., 190.071 κάτ.) της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, με πρωτεύουσα τη Ρόδο. Βρίσκονται στο νοτιοανατολικό τμήμα του Αιγαίου πελάγους. Εκτείνονται Ν της Σάμου και της Ικαρίας έως το Λιβυκό πέλαγος και Α των… …   Dictionary of Greek

  • κάλχη — η (Α κάλχη και χάλκη και χάλχη) ο κοχλίας ή ο έλικας τού ιωνικού κιονοκράνου αρχ. 1. ο κοχλίας τής πορφύρας, το κοχλιοειδές μαλάκιο πορφύρα 2. η πορφύρα, η πορφυρή βαφή που βγαίνει από το μαλάκιο πορφύρα 3. το φυτό χρυσάνθεμο το στεφανωματικό που …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”